εισροή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εισροή | εισροές |
| γενική | εισροής | εισροών |
| αιτιατική | εισροή | εισροές |
| κλητική | εισροή | εισροές |
Ετυμολογία [
]
- εισροή < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
εισροή θηλυκό