εισόδημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εισόδημα | εισοδήματα |
| γενική | εισοδήματος | εισοδημάτων |
| αιτιατική | εισόδημα | εισοδήματα |
| κλητική | εισόδημα | εισοδήματα |
Ετυμολογία [
]
- εισόδημα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
εισόδημα ουδέτερο
- χρήματα που αποκτά κάποιος από εργασία, μίσθωση, καταθέσεις ή άλλη πηγή και συνήθως φορολογείται