εισόδημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εισόδημα εισοδήματα
γενική εισοδήματος εισοδημάτων
αιτιατική εισόδημα εισοδήματα
κλητική εισόδημα εισοδήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εισόδημα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εισόδημα ουδέτερο

  1. χρήματα που αποκτά κάποιος από εργασία, μίσθωση, καταθέσεις ή άλλη πηγή και συνήθως φορολογείται


32πχ Μεταφράσεις[]