εκατό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εκατό < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Αριθμητικό
εκατό και εκατόν
- ακέραιος αριθμός (100)· ακολουθεί το ενενήντα εννέα (99) και ισούται με το τετράγωνο του δέκα (102)
[
]
[
]
Μεταφράσεις
εκατό
[
]
Ουσιαστικό
εκατό ουδέτερο άκλιτο
- η άμεση δράση
- το εκατό ήρθε αμέσως και τον έδιωξε
εκατό