εκεί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εκεί < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίρρημα [
]
εκεί
- σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση από τον ομιλητή (σε σύγκριση με τη λέξη εδώ)
- αν πας κάποιο Σαββατόβραδο στο πάρκο θα δεις ότι εκεί γίνεται χαμός, ενώ στην πλατεία δεν έχει πολύ κόσμο
- σε ορισμένο χρονικό σημείο ή φάση εξελίξεων
- εξελέγη δήμαρχος αλλά οι φιλοδοξίες του δεν σταμάτησαν εκεί· λίγα χρόνια αργότερα έβαλε υποψηφιότητα για βουλευτής