εκεχειρία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εκεχειρία | εκεχειρίες |
| γενική | εκεχειρίας | εκεχειριών |
| αιτιατική | εκεχειρία | εκεχειρίες |
| κλητική | εκεχειρία | εκεχειρίες |
[
]
Ετυμολογία
- εκεχειρία < αρχαία ελληνική ἐκεχειρία (ἔχω + χείρ)
[
]
Ουσιαστικό
εκεχειρία θηλυκό
- η προσωρινή παύση των εχθροπραξιών, όπως αυτή που γινόταν στην αρχαιότητα κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
εκεχειρία
|