εκκρίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εκκρίνω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
εκκρίνω
- αποβάλλω, παράγω και βγάζω από ένα όργανο ειδικές ουσίες, είτε προς άλλο μέρος του σώματος είτε προς τα έξω