εκκρεμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκκρεμότητα εκκρεμότητες
γενική εκκρεμότητας εκκρεμοτήτων
αιτιατική εκκρεμότητα εκκρεμότητες
κλητική εκκρεμότητα εκκρεμότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εκκρεμότητα < εκ + κρεμ- (< κρεμώ / κρέμομαι) + -ότητα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.kɾɛ.ˈmɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εκκρεμότητα θηλυκό

  1. Κάτι που μένει να γίνει



32πχ Μεταφράσεις[]