εκκρεμότητα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εκκρεμότητα | εκκρεμότητες |
| γενική | εκκρεμότητας | εκκρεμοτήτων |
| αιτιατική | εκκρεμότητα | εκκρεμότητες |
| κλητική | εκκρεμότητα | εκκρεμότητες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.kɾɛ.ˈmɔ.ti.ta/
[
]
Ουσιαστικό
εκκρεμότητα θηλυκό
- Κάτι που μένει να γίνει