εκλέγω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εκλέγω < αρχαία ελληνική ἐκλέγω (διαλέγω)
Ρήμα [
]
εκλέγω , στιγμ. μέλλ.: θα εκλέξω, αόρ.: εξέλεξα , παθ.φωνή: εκλέγομαι , μτχ.π.π.: εκλεγμένος