εκλογή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εκλογή | εκλογές |
| γενική | εκλογής | εκλογών |
| αιτιατική | εκλογή | εκλογές |
| κλητική | εκλογή | εκλογές |
Ετυμολογία [
]
- εκλογή < αρχαία ελληνική ἐκλογή
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
εκλογή θηλυκό
- η επιλογή ενός από πολλά
- η ανάδειξη σε μία θέση ή αξίωμα έπειτα από ψηφοφορία
- διαδικασία που περιλαμβάνει ψηφοφορία με σκοπό την ανάδειξη ενός ή περισσότερων υποψηφίων σε κάποια θέση ή αξίωμα
- η εκλογή νέου επίκουρου καθηγητή για τον τομέα της Φιλοσοφίας
- εκλογές: η διαδικασία που περιλαμβάνει καθολική ψηφοφορία για την ανάδειξη της νέας βουλής, ευρωβουλής, διοικητικών οργάνων σε νομικά πρόσωπα κ.λπ.