εκπατρισμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εκπατρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκπατρίζομαι
Μετοχή [
]
εκπατρισμένος -η -ο
- που έχει εκπατριστεί
Μεταφράσεις [
]
εκπατρισμένος