εκσκαφή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εκσκαφή | εκσκαφές |
| γενική | εκσκαφής | εκσκαφών |
| αιτιατική | εκσκαφή | εκσκαφές |
| κλητική | εκσκαφή | εκσκαφές |
[
]
Ετυμολογία
- εκσκαφή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
εκσκαφή θηλυκό
[
]
[
]
Μεταφράσεις
εκσκαφή