εκφυλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκφυλισμός εκφυλισμοί
γενική εκφυλισμού εκφυλισμών
αιτιατική εκφυλισμό εκφυλισμούς
κλητική εκφυλισμέ εκφυλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εκφυλισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εκφυλισμός αρσενικό

  1. ηθική διαφθορά, ηθική κατάπτωση, εξαχρείωση
  2. (μτφ) η θεμελιώδης και αρνητική μεταβολή στη φύση, στο χαρακτήρα πράγματος, κατάστασης ή ενέργειας
  3. εκφύλιση


32πχ Μεταφράσεις[]