εκχιονιστήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκχιονιστήρας εκχιονιστήρες
γενική εκχιονιστήρα εκχιονιστήρων
αιτιατική εκχιονιστήρα εκχιονιστήρες
κλητική εκχιονιστήρα εκχιονιστήρες
εκχιονιστήρες (1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εκχιονιστήρας < εκχιονίζω + -τήρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εκχιονιστήρας αρσενικό

  1. τροχοφόρο μηχάνημα οδοποιίας που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση του χιονιού από τους δρόμους
  2. αντίστοιχο μηχάνημα που χρησιμοποιείται στις σιδηροδρομικές γραμμές

32πχ Μεταφράσεις[]