ελάσσων
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
ελάσσων αρσενικό ή θηλυκό, έλασσον ουδέτερο
- ο μικρότερος σε αριθμό ή ο λιγότερο σημαντικός
- Ασχολείσαι με ελάσσονα ζητήματα. Δες όμως και τα σημαντικά.
- Μίλησε στη Βουλή ο αρχηγός της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
- (μουσική) κλίμακα με ημιτόνια μεταξύ δεύτερης και τρίτης καθώς και πέμπτης και έκτης βαθμίδας· η αντίστοιχη συγχορδία. (συνώνυμο: μινόρε)
- Μουσική σύνθεση σε Λα ελάσσονα.
Έτσι ονομάζεται η δεύτερη προκείμενη μιας συλλογιστικής διαδικασίας. Η πρώτη λέγεται "Μείζων".