ελέγχω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ελέγχω < αβέβαιη ετυμολογία, αν και το ρήμα απαντά στην αρχαία αττική διάλεκτο με τη σημασία του εξακριβώνω, εξετάζω
Ρήμα [
]
ελέγχω
- ασκώ έλεγχο σε κάποιον ή κάτι ως αρμόδια αρχή
- η εφορία ελέγχει τα λογιστικά βιβλία
- θέτω υπό έλεγχο ένα φαινόμενο ή μια κατάσταση περιορίζοντας τις διαστάσεις ή τις συνέπειες που έχει στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα
- οι πυροσβέστες κατάφεραν να ελέγξουν τη φωτιά
- πειθαρχώ, συγκρατώ
- είναι καλό να ελέγχω τις αντιδράσεις του θυμικού μου
- έχω τον έλεγχο μιας μηχανής, ενός οχήματος κλπ, ώστε να το κατευθύνω και να καθορίζω τη λειτουργία του
- ο οδηγός του φορτηγού δεν μπόρεσε να ελέγξει το βαρύ όχημα
- επιβάλλομαι, κυριαρχώ σε κάτι
- νευρική και ανυπότακτη φύση, κανένας δεν την ελέγχει, μόνο ο εαυτός της
- έχω την κυριαρχία, καθορίζω τι θα γίνει
- οι Αθηναίοι ήλεγχαν τα στενά του Ελλήσποντου
- επιπλήττω, αποδοκιμάζω κάποιον
- η συνείδησή μου με ελέγχει για ό,τι κάνω
- αξιολογώ, κρίνω διασταυρώνοντας
- ελέγχει πάντα τις πληροφορίες του