ελαττώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
ελαττώνω
- Κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο.
- Μπορώ να ελαττώσω το κάπνισμα, αλλά δεν μπορώ να το σταματήσω τελείως.
- Πρέπει να ελαττώσουμε τις δαπάνες μας και να αυξήσουμε τα έσοδα.