ελεύθερος σκοπευτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δείτε τη λέξη: ελεύθερος και σκοπευτής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ελεύθερος σκοπευτής αρσενικό

  1. ένας σκοπευτής που έχει αυτονομία ως προς την υπαγωγή του σε κάποιον τακτικό σχηματισμό και την επιλογή των στόχων του, βάλλοντας εναντίον συγκεκριμένων στόχων από κεκαλυμμένη θέση

32πχ Μεταφράσεις[]