εμπάθεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εμπάθεια < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής ἐμπάθεια (ισχυρό πάθος)
Ουσιαστικό
εμπάθεια θηλυκό
- έντονα αρνητικά συναισθήματα, εχθρότητα, πάθος εναντίον κάποιου
- η εμπάθεια απέναντι στον Χ τον κάνει να χάνει τη συνηθισμένη ψυχραιμία και ευθυκρισία του
Συγγενικές λέξεις
Σημειώσεις
Έχει διαφορετική σημασία από τις ξένες λέξεις empathy, empathie κλπ οι οποίες αναφέρονται στην ενσυναίσθηση, την βαθιά επικοινωνία με τον άλλον μέσω της συναισθηματικής ταύτισης.