εμπειρισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εμπειρισμός | εμπειρισμοί |
| γενική | εμπειρισμού | εμπειρισμών |
| αιτιατική | εμπειρισμό | εμπειρισμούς |
| κλητική | εμπειρισμέ | εμπειρισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- εμπειρισμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
εμπειρισμός αρσενικό
- φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία η γνώση αποκτάται μέσα από τις πέντε αισθήσεις, ότι βασίζεται δηλαδή στην εμπειρία