εμπορικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική εμπορικός εμπορική εμπορικό
γενική εμπορικού εμπορικής εμπορικού
αιτιατική εμπορικό εμπορική εμπορικό
κλητική εμπορικέ εμπορική εμπορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμπορικοί εμπορικές εμπορικά
γενική εμπορικών εμπορικών εμπορικών
αιτιατική εμπορικούς εμπορικές εμπορικά
κλητική εμπορικοί εμπορικές εμπορικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εμπορικός < εμπόριο + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[]

εμπορικός

  1. που είναι σχετικός με το εμπόριο ή τους εμπόρους
  2. (κακόσημο) για προϊόν, υλικό ή πνευματικό, που έχει μεγάλη ζήτηση αλλά η ποιότητά του είναι αμφισβητήσιμη

32πχ Μεταφράσεις[]