εν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐν, ἕν

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

εν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εν < αρχαία ελληνική ἐν

Open book 01.svg Πρόθεση[]

εν

  1. αρχαιο επίρρημα ἐν που ενσωματώθηκε σε ρήματα και που μόνο του γρήγορα μεταβλήθηκε σε πρόθεση. Σήμερα βρίσκεται κυρίως σε εκφράσεις αρχαιοπρεπείς, λόγιες ή αρχαιοελληνικές, συνοδεύεται με δοτική και σημαίνει με (κάποιον ή κάτι) ή σε/στον/στην κλπ. -μερικές από αυτές τις εκφράσεις έχουν συγχωνευθεί, πλέον, σε μία λέξη

Εκφράσεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Open book 01.svg Αριθμητικό[]

εν < ἕν

  • παλαιότερη αλλά εν χρήση προφορά του αριθμητικού ένα, ουδετέρου του αριθμητικού ένας
  • εν-δυο : παράγγελμα στη γυμναστική