ενέργεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ενέργεια < αρχαία ελληνική ἐνέργεια
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈnɛɾ.ʝi.a/
Ουσιαστικό [
]
ενέργεια
- ανθρώπινη πράξη
- θέτω σε ενέργεια: ξεκινώ
- (φυσική) θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώματος ή χώρο το οποίο/ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί