ενέχυρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενέχυρο ενέχυρα
γενική ενεχύρου
& ενέχυρου
ενεχύρων
& ενέχυρων
αιτιατική ενέχυρο ενέχυρα
κλητική ενέχυρο ενέχυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενέχυρο < αρχαία ελληνική ἐνέχυρον < ἐν ἐχύρῳ (=με ασφάλεια) < ἐν + ἐχυρός < ἔχω


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενέχυρο ουδέτερο

  1. υποθήκη, εγγύηση, αμανάτι
  2. (νομικά) πρόκειται για την ασφάλεια του δανειστή σε περίπτωση μη καταβολής χρέους από τη μεριά του δανειζόμενου και αφορά μόνο κίνητα πράγματα και δικαιώματα
    έβαλε ενέχυρο ό,τι είχε και δεν είχε για να πάρει το δάνειο, αλλά το σπίτι του ούτε κατά διάνοια

συγγενείς[]


32πχ Μεταφράσεις[]