εναγής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική εναγής εναγής εναγές
γενική εναγούς εναγούς εναγούς
αιτιατική εναγή εναγή εναγές
κλητική εναγή(ς) εναγής εναγές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εναγείς εναγείς εναγή
γενική εναγών εναγών εναγών
αιτιατική εναγείς εναγείς εναγή
κλητική εναγείς εναγείς εναγή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εναγής < αρχαία ελληνική ἐναγής < ἐν + ἄγος ("ὁ ἐν ἄγει ὤν")

Open book 01.svg Επίθετο[]

εναγής, -ής, -ές

  1. που φέρει το μίασμα ενός άγους, που έχει μολυνθεί λόγω της άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής του σε ανόσια αιματοχυσία


32πχ Μεταφράσεις[]