ενδοσκόπηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενδοσκόπηση ενδοσκοπήσεις
γενική ενδοσκόπησης
& ενδοσκοπήσεως
ενδοσκοπήσεων
αιτιατική ενδοσκόπηση ενδοσκοπήσεις
κλητική ενδοσκόπηση ενδοσκοπήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενδοσκόπηση < γαλλική endoscopie


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενδοσκόπηση θηλυκό και ενδοσκοπία

  1. (ιατρική) η εξέταση των φυσικών κοιλοτήτων του σώματος χάρη σε ένα ειδικό όργανο, το ενδοσκόπιο
  2. η αυτοπαρατήρηση


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]