ενεργητικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενεργητικό ενεργητικά
γενική ενεργητικού ενεργητικών
αιτιατική ενεργητικό ενεργητικά
κλητική ενεργητικό ενεργητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενεργητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ενεργητικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενεργητικό ουδέτερο

  1. η συνολική αξία της περιουσίας και των απαιτήσεων μιας επιχείρησης σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις της, το παθητικό
  2. όλες οι αρετές και θετικές ενέργειες κάποιου που του δίνουν αξία στα μάτια των άλλων

32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

ενεργητικό