ενθαρρύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενθαρρύνω < εν- + θάρρος + -ύνω (αρχαία ελληνική θαρρύνω)

Open book 01.svg Ρήμα[]

ενθαρρύνω, παρατ.: ενθάρρυνα και ενεθάρρυνα, στιγμ. μέλλ.: θα ενθαρρύνω, αόρ.: ενθάρρυνα και ενεθάρρυνα , παθ.φωνή: ενθαρρύνομαι , μτχ.π.π.: ενθαρρυμένος

  1. (για άτομα) δίνω θάρρος ή κίνητρα σε κάποιον ώστε να ξεκινήσει ή να συνεχίσει μια δύσκολη προσπάθεια
    ο δάσκαλος επιβραβεύει τους μαθητές ακόμα και για τις μικρές επιτυχίες τους, ενθαρρύνοντάς τους έτσι να συνεχίσουν την προσπάθεια
    • (και για επιχειρούμενο έργο, προσπάθεια)
      η πολιτεία οφείλει να ενθαρρύνει τις δημιουργικές πρωτοβουλίες θεσπίζοντας βραβεία

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]