εντολή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εντολή | εντολές |
| γενική | εντολής | εντολών |
| αιτιατική | εντολή | εντολές |
| κλητική | εντολή | εντολές |
[
]
Ετυμολογία
- εντολή < αρχαία ελληνική ἐντολή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
εντολή θηλυκό
- η διαταγή ή η παραγγελία που δίνεται επιτακτικά από κάποιον ανώτερο σε κάποιον κατώτερο για την εκτέλεση μιας πράξης
- (πολιτική) η εξουσιοδότηση για την εφαρμογή μιας πολιτικής, που παρέχεται από το σώμα των εκλεκτόρων ή από αυτόν που κατά το Σύνταγμα κατέχει την ανώτατη πολιτική εξουσία στα κόμματα και στους εκπροσώπους τους
- ο πρόεδρος τής Δημοκρατίας έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο κόμμα που νίκησε στις εκλογές
- (πληροφορική) η οδηγία που δίνεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για την εκτέλεση μιας λειτουργίας
- (νομική) η σύμβαση με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεκπεραιώσει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας
- (οικονομία) το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από την τράπεζας κατόπιν εξουσιοδότησής της από κάποιον οφειλέτη
[
] Εκφράσεις
- βάσει εντολών : σύμφωνα με τις διαταγές
- κατ' εντολήν : σύμφωνα με τη διαταγή
- κατόπιν εντολής : μετά από εντολή
- οι δέκα εντολές: → δείτε τη λέξη: δεκάλογος