εντροπία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εντροπία | εντροπίες |
| γενική | εντροπίας | εντροπιών |
| αιτιατική | εντροπία | εντροπίες |
| κλητική | εντροπία | εντροπίες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
εντροπία θηλυκό
- εσωτερική τάση ενός συστήματος να τροποποιήσει την διαμέριση των ενεργειακών καταστάσεων των σωματιδίων που το αποτελούν.
[
]
Δείτε επίσης
- εντροπία στη Βικιπαίδεια
