εν μέρει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν μέρει < εν + δοτική ενικού του ουσιαστικού μέρος

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν μέρει

  1. κατά ένα μόνο μέρος και όχι συνολικά, μερικώς, λίγο, λιγάκι, σε κάποιο μέρος, κατά κάποιον τρόπο
    δε συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, αλλά εν μέρει έχεις δίκιο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]