εξέχων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξέχων < αρχαία μετοχή ενεστώτα του ρήματος εξέχω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξέχων, -ουσα, -ον

  1. που εξέχει, ξεχωρίζει, προεξέχει
  2. ο σημαντικός, ο ξεχωριστός, ο διακεκριμένος
    Εχει εξέχουσα θέση στην ιεραρχία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]