εξέχων
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εξέχων < αρχαία μετοχή ενεστώτα του ρήματος εξέχω
[
]
Μετοχή
εξέχων, -ουσα, -ον
- που εξέχει, ξεχωρίζει, προεξέχει
- ο σημαντικός, ο ξεχωριστός, ο διακεκριμένος
- Εχει εξέχουσα θέση στην ιεραρχία