εξίσωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εξίσωση | εξισώσεις |
| γενική | εξίσωσης | εξισώσεων |
| εξισώσεως | ||
| αιτιατική | εξίσωση | εξισώσεις |
| κλητική | εξίσωση | εξισώσεις |
Ετυμολογία
- εξίσωση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈksi.sɔ.si/
Ουσιαστικό
εξίσωση θηλυκό
- η ενέργεια με την οποία δύο άνισα και ανόμοια στοιχεία μετατρέπονται σε ίσα
- (μαθηματικά) μαθηματική έκφραση με δύο ίσα σκέλη, τα οποία ενώνονται με το σημείο του ίσον (=)
Συγγενικές λέξεις
Μεταφράσεις
μετατροπή των άνισων σε ίσα
μαθηματική έκφραση