εξαλείφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εξαλείφω < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.ksa.ˈli.fɔ/
Ρήμα
εξαλείφω
1. Αλείφω εντελώς, πασαλείφω
2. Αφαιρώ, αφανίζω