εξαντλημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξαντλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαντλώ, εξαντλούμαι

Open book 01.svg Μετοχή []

εξαντλημένος, -η, -ο

  1.  : → δείτε τη λέξη: εξαντλούμαι

32πχ Μεταφράσεις []