εξαντλητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική εξαντλητικός εξαντλητική εξαντλητικό
γενική εξαντλητικού εξαντλητικής εξαντλητικού
αιτιατική εξαντλητικό εξαντλητική εξαντλητικό
κλητική εξαντλητικέ εξαντλητική εξαντλητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαντλητικοί εξαντλητικές εξαντλητικά
γενική εξαντλητικών εξαντλητικών εξαντλητικών
αιτιατική εξαντλητικούς εξαντλητικές εξαντλητικά
κλητική εξαντλητικοί εξαντλητικές εξαντλητικά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εξαντλητικός < εξαντλώ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɛ.ksan.dli.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛ.ksan.dli.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛ.ksan.dli.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

[] Open book 01.svg Επίθετο

εξαντλητικός, -ή, -ό

  1. για εργασία, προσπάθεια κ.λπ. που εξαντλεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εξουθενωτικός, κουραστικός
    ο δρομέας τερμάτισε μετά από μια εξαντλητική προσπάθεια
  2. που δεν εξαιρεί κανένα από τα στοιχεία ενός συνόλου
    ο συγγραφέας προχωρεί σε εξαντλητική απαρίθμηση όλων των αιτίων του φαινομένου

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες