εξαφανίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εξαφανίζω < αρχαία ελληνική ἐξαφανίζω

[] Open book 01.svg Ρήμα

εξαφανίζω, παρατ.: εξαφάνιζα, στιγμ. μέλλ.: θα εξαφανίσω, αόρ.: εξαφάνισα , παθ.φωνή: εξαφανίζομαι , μτχ.π.π.: εξαφανισμένος

  1. κάνω κάτι να είναι αθέατο, να μην μπορεί κανείς να το δει ή να το βρει
    ο μάγος είπε τις μαγικές λέξεις και εξαφάνισε την τράπουλα
  2. κάνω κάτι να μην υπάρχει πια, εξαλείφω
    μας υπόσχονται ότι οι νέες καλλιέργειες θα εξαφανίσουν το πρόβλημα της πείνας ...
  3. καταστρέφω, εξολοθρεύω
    Η κλιματική αλλαγή απειλεί να εξαφανίσει παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά
  4. (νομικός όρος) αναιρώ δικαστική απόφαση

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες