εξαφανίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εξαφανίζω < αρχαία ελληνική ἐξαφανίζω
[
]
Ρήμα
εξαφανίζω, παρατ.: εξαφάνιζα, στιγμ. μέλλ.: θα εξαφανίσω, αόρ.: εξαφάνισα , παθ.φωνή: εξαφανίζομαι , μτχ.π.π.: εξαφανισμένος
- κάνω κάτι να είναι αθέατο, να μην μπορεί κανείς να το δει ή να το βρει
- ο μάγος είπε τις μαγικές λέξεις και εξαφάνισε την τράπουλα
- κάνω κάτι να μην υπάρχει πια, εξαλείφω
- μας υπόσχονται ότι οι νέες καλλιέργειες θα εξαφανίσουν το πρόβλημα της πείνας ...
- καταστρέφω, εξολοθρεύω
- Η κλιματική αλλαγή απειλεί να εξαφανίσει παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά
- (νομικός όρος) αναιρώ δικαστική απόφαση
[
]
[
]
Μεταφράσεις
εξαφανίζω