εξευτελιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική εξευτελιστικός εξευτελιστική εξευτελιστικό
γενική εξευτελιστικού εξευτελιστικής εξευτελιστικού
αιτιατική εξευτελιστικό εξευτελιστική εξευτελιστικό
κλητική εξευτελιστικέ εξευτελιστική εξευτελιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξευτελιστικοί εξευτελιστικές εξευτελιστικά
γενική εξευτελιστικών εξευτελιστικών εξευτελιστικών
αιτιατική εξευτελιστικούς εξευτελιστικές εξευτελιστικά
κλητική εξευτελιστικοί εξευτελιστικές εξευτελιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξευτελιστικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɛ.ftɛ.li.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

εξευτελιστικός

  1. που εξευτελίζει, προσβλητικός
  2. πάρα πολύ μικρός
    έχει μεγάλη ανάγκη και πουλάει το αυτοκίνητό του σε εξευτελιστική τιμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]