εξουσιοδοτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξουσιοδοτώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξουσιοδοτώ

  1. δίνω σε κάποιον την εξουσία να εκτελέσει ένα έργο, να πάρει κάποιες αποφάσεις ή να ασκήσει διοικητικές αρμοδιότητες
  2. δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να υπογράψει επίσημα έγγραφα ή εκτελέσει μια συναλλαγή αντί για μένα· του υπογράφω μια εξουσιοδότηση


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]