εξουσιοδοτώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εξουσιοδοτώ < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
εξουσιοδοτώ
- δίνω σε κάποιον την εξουσία να εκτελέσει ένα έργο, να πάρει κάποιες αποφάσεις ή να ασκήσει διοικητικές αρμοδιότητες
- δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να υπογράψει επίσημα έγγραφα ή εκτελέσει μια συναλλαγή αντί για μένα· του υπογράφω μια εξουσιοδότηση