εξοχή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εξοχή < αρχαία ελληνική ἐξοχή < ἐξέχω
Ουσιαστικό [
]
εξοχή θηλυκό
- το μέρος ενός σώματος που εξέχει, που προβάλλει προς τα έξω και ξεπερνά το γενικό περίγραμμά του
- τοποθεσία έξω από τις κατοικημένες περιοχές
- βγήκαμε από το χωριό και περπατήσαμε για καμιά ώρα στην εξοχή
- του άρεσε να βγαίνει στις εξοχές και να ζωγραφίζει τη φύση
Εκφράσεις [
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
το μέρος που εξέχει
|
→ δείτε τη λέξη: προεξοχή |