εξυπνάκιας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξυπνάκιας εξυπνάκηδες
γενική εξυπνάκια εξυπνάκηδων
αιτιατική εξυπνάκια εξυπνάκηδες
κλητική εξυπνάκια εξυπνάκηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξυπνάκιας < έξυπνος + -άκιας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξυπνάκιας αρσενικό

  1. αυτός που θέλει να κάνει τον έξυπνο λέγοντας ανοησίες ή σαχλαμάρες (εξυπνάδες)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]