επάρκεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επάρκεια επάρκειες
γενική επάρκειας επαρκειών
αιτιατική επάρκεια επάρκειες
κλητική επάρκεια επάρκειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επάρκεια < αρχαία ελληνική ἐπάρκεια < ἐπί και ἀρκέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επάρκεια θηλυκό

  1. η ικανή ποσότητα αγαθών για κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, η επαρκής ποσότητα
    επάρκεια τροφίμων, νερού, προμηθειών κ.λπ.
  2. η επαρκής γνώση ενός επιστημονικού ή επαγγελματικού αντικειμένου
    Πρέπει να εξεταστεί η επάρκεια όλων των υποψηφίων για τα προσόντα που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση
  3. η επίσημη αναγνώριση (συνήθως κατόπιν εξετάσεων) ότι οι σπουδές κάποιου (στο εξωτερικό ή σε σχολές αμφισβητουμενου κύρους) κρίνονται επαρκείς -ότι αρκουν για να του δοθεί από το ελληνικό κράτος βεβαίωση ότι κατέχει τον επιστημονικό τομέα του στον απαιτούμενο βαθμό.

32πχ Μεταφράσεις[]