επίθεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επίθεση | επιθέσεις |
| γενική | επίθεσης & επιθέσεως |
επιθέσεων |
| αιτιατική | επίθεση | επιθέσεις |
| κλητική | επίθεση | επιθέσεις |
Ετυμολογία [
]
- επίθεση < αρχαία ελληνική ἐπίθεσις
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.θɛ.si/
Ουσιαστικό [
]
επίθεση θηλυκό
- εχθρική ενέργεια με στόχο την εξόντωση ή την εξουδετέρωση του εχθρού, την απόκτηση εδάφους ή αγαθού, κλπ.
- η άσκηση έντονης κριτικής εναντίον κάποιου
- πολύ ενεργητική κίνηση για την επίτευξη ενός στόχου, ειδικά σε ανταγωνιστικό πλαίσιο
- (αθλητισμός) η προσπάθεια μιας ομάδας να σκοράρει (σε αντιδιαστολή με το να αμυνθεί απέναντι στην αντίπαλη ομάδα)
- η ενέργεια του επιθέτω