επίθημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίθημα | επιθήματα |
| Γενική | επιθήματος | επιθημάτων |
| Αιτιατική | επίθημα | επιθήματα |
| Κλητική | επίθημα | επιθήματα |
Ετυμολογία
- επίθημα απόδοση του λατινικού suffixum, επί- + -θημα < αρχαία ελληνική τίθημι
Ουσιαστικό
επίθημα ουδέτερο
- παράθημα (ή πρόσφυμα) το οποίο προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξης