επίστεγο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίστεγο επίστεγα
γενική επιστέγου επιστέγων
αιτιατική επίστεγο επίστεγα
κλητική επίστεγο επίστεγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επίστεγο < επί + στέγη (στέγασμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επίστεγο ουδέτερο

  1. το τελευταίο τμήμα, ή υπερκείμενο μεγάλου στεγάσματος
  2. (ναυτικός όρος) η πρυμναία υπερκατασκευή πλοίου
    χαρακτηριστικό το επίστεγο που φέρουν τα σύγχρονα δεξαμενόπλοια και φορτηγά πλοία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: κάσαρο ή κασαρί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]