επίχρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίχρισμα επιχρίσματα
γενική επιχρίσματος επιχρισμάτων
αιτιατική επίχρισμα επιχρίσματα
κλητική επίχρισμα επιχρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επίχρισμα < ελληνιστική κοινή ἐπίχρισμα < χρῖσμα < χρίω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επίχρισμα ουδέτερο

  1. επίχριση
  2. υλικό με το οποίο καλύπτεται μια επιφάνεια
  3. σοβάς
  4. σοβάτισμα
  5. (ιατρική) επιφανειακό στρώμα από διάφορες ουσίες, που καλύπτει εξωτερικά κάποια όργανα του σώματος (γλώσσα κ.ά.)
  6. (μεταφορικά) η «επιφάνεια», σε αντίθεση με το «βάθος» και την ουσία ενός πράγματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]