επιδιορθώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επιδιορθώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

επιδιορθώνω

  1. φέρνω κάτι στην προηγούμενη σωστή κατάσταση, το κάνω ξανά λειτουργικό, χωρίς τις ζημιές που είχε (λέγεται για το ίδιο το αντικείμενο όσο και για τη ζημιά που έπαθε)
    ο ποδηλατάς στη γωνία επιδιορθώνει παλιά ποδήλατα
    το λειτουργικό σύστημα μπορεί να επιδιορθώσει τα προβλήματα στο σύστημα αρχείων του υπολογιστή σας

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]