επιδρομή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επιδροφή | επιδροφές |
| γενική | επιδροφής | επιδροφών |
| αιτιατική | επιδροφή | επιδροφές |
| κλητική | επιδροφή | επιδροφές |
[
]
Ετυμολογία
- επιδρομή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.pi.ðɾɔ.ˈmi/
[
]
Ουσιαστικό
επιδρομή θηλυκό