επιθεώρηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επιθεώρηση | επιθεωρήσεις |
| γενική | επιθεώρησης | επιθεωρήσεων |
| επιθεωρήσεως | ||
| αιτιατική | επιθεώρηση | επιθεωρήσεις |
| κλητική | επιθεώρηση | επιθεωρήσεις |
[
]
Ετυμολογία
- επιθεώρηση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
επιθεώρηση θηλυκό
- η ενέργεια του επιθεωρώ
- ο τακτικός ή έκτακτος επιστάμενος έλεγχος ενός έργου, μιας εγκατάστασης κλπ
- το εργοτάξιο της γέφυρας περνάει από συχνή επιθεώρηση, ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή κατασκευή της
- ο τακτικός ή έκτακτος έλεγχος στρατιωτικής μονάδας από ανώτατο αξιωματικό
- ειδική δημόσια υπηρεσία ελέγχου και συντονισμού φορέων που υπάγονται σε αυτή
- επιθεώρηση εργασίας
- περιοδικό (έντυπη περιοδική έκδοση) με συγκεκριμένη θεματολογία, όπως επιστήμες, πολιτική, λογοτεχνία κ.α.
- θεατρικό έργο που σατιρίζει την επικαιρότητα και αποτελείται από σύντομα αυτοτελή διαλογικά μέρη και παρένθετα μουσικοχορευτικά κομμάτια
[
]
[
]
Μεταφράσεις
επιθεώρηση
|