επικαρπωτής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επικαρπωτής | επικαρπωτές |
| γενική | επικαρπωτή | επικαρπωτών |
| αιτιατική | επικαρπωτή | επικαρπωτές |
| κλητική | επικαρπωτή | επικαρπωτές |
[
]
Ετυμολογία
- επικαρπωτής < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
επικαρπωτής αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις
επικαρπωτής