επικροτώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- επικροτώ < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
επικροτώ
- συμφωνώ με μια ενέργεια και δηλώνω την υποστήριξή μου